| Το φρούριο της Πύλου - Νιόκαστρο |
|
|
|
Το φρούριο της Πύλου χτίστηκε από τους Τούρκους το 1573, δύο χρόνια μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου και την ήττα του Οθωμανικού στόλου, με σκοπό τον έλεγχο του όρμου του Ναυαρίνου, του μεγαλύτερου φυσικού λιμανιού της Πελοποννήσου. Το καινούριο οχυρό ονομάζεται νιόκαστρο σε αντιδιαστολή με το Παλιό Ναυαρίνο, το φράγκικο κάστρο στη χερσόνησο του Κορυφασίου που έλεγχε μέχρι τότε την απέναντι βόρεια είσοδο του όρμου. Tο 1686 ο ενετός ναύαρχος Μοροζίνι καταλαμβάνει -μετά από πολιορκία- το Νιόκαστρο που γίνεται έδρα του ενετού διοικητή (προβλεπτή) της περιοχής. Στο διάστημα της κατοχής (1686-1715) οι Ενετοί επισκευάζουν και ενισχύουν πολλά σημεία του κάστρου. Το 1715 οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν το Νιόκαστρο και το καθιστούν έδρα του «βιλαετίου του Ναβαρίνου». Παραμένει στα χέρια των Τούρκων έως το 1821, εκτός από ένα σύντομο διάλειμμα μερικών μηνών το 1770, οπότε καταλήφθηκε από τα ρωσικά στρατεύματα των αδελφών Ορλώφ. Τον Αύγουστο του 1821 το κάστρο παραδίνεται στους Έλληνες. Στις αρχές του 1825 ο Ιμπραήμ πασάς αποβιβάζεται στην Πελοπόννησο επικεφαλής αιγυπτιακών στρατευμάτων και στρατοπεδεύει στο Νιόκαστρο. Κατά τη διάρκεια της τρίμηνης ασφυκτικής πολιορκίας, δραματικά γεγονότα εκτυλίσσονται έξω και γύρω από αυτό με τελική κατάληξη τη συνθηκολόγηση των Ελλήνων και την παράδοση του κάστρου στον Ιμπραήμ. Πρωταγωνιστής στα γεγονότα, όπως μας τα διηγείται με τρόπο γλαφυρό, ο Ιωάννης Μακρυγιάννης. Μετά τη νικηφόρα έκβαση της ναυμαχίας του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827) η ευρωπαϊκή διπλωματία αποφασίζει την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ωστόσο το Νιόκαστρο παραμένει στα χέρια του Ιμπραήμ μέχρι το Σεπτέμβριο του 1828, οπότε παραδίνεται στα γαλλικά στρατεύματα του στρατηγού Μαιζώνος. Από το 1982, οπότε περιήλθε στην Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, διαμορφώνονται χώροι (μετά από ανασκαφικές και αναστυλωτικές εργασίες) για τη λειτουργία του Κέντρου Υποβρύχιων Αρχαιολογικών Ερευνών. Τα κύρια αρχιτεκτονικά στοιχεία του Νιόκαστρου, που έχει έκταση περίπου 75 στρεμμάτων, είναι οι δύο τετράπλευροι προμαχώνες στη δυτική πλευρά που «αντικρύζουν» τη θάλασσα, η εξαγωνική ακρόπολη στο νοτιοανατολικό άκρο και ο οχυρωματικός περίβολος, ενισχυμένος με τέσσερις κυκλικούς πύργους, ο οποίος ενώνει μεταξύ τους τα επιμέρους οχυρωματικά σύνολα. Ο δυτικός ή «έβδομος» προμαχώνας είναι ένα μικρότερο, περίκλειστο οχυρό που φαίνεται ότι χτίστηκε λίγο νωρίτερα από την υπόλοιπη οχύρωση για να προστατεύει την είσοδο του όρμου, μαζί με το δεύτερο δυτικό προμαχώνα. Όταν ολοκληρώθηκε η κατασκευή του κάστρου, ο προμαχώνας ενσωματώθηκε στον ευρύτερο περίβολο. Η είσοδος στον προμαχώνα γίνεται από το εσωτερικό του κάστρου με μια αψιδωτή πύλη ενώ μια μικρή ράμπα οδηγεί στο περιπόλιο, που στηρίζεται σε επτά θολωτές καμάρες. Η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος χτίστηκε, πιθανώς περί το 1573, αρχικά ως τζαμί (διακρίνονται ίχνη μιναρέ στη νοτιοδυτική γωνία της) και άλλαξε διαδοχικά χρήσεις ανάλογα με τους κυρίους του κάστρου. Η ακρόπολη περιβάλλεται εξωτερικά από τάφρο που κατασκεύασαν οι Ενετοί και ενισχύεται με έξι προμαχώνες, εκ των οποίων σήμερα σώζονται οι πέντε. Σε όλη την περίμετρο της εσωτερικά φέρει φαρδύ περιπόλιο με επάλξεις κάτω από το οποίο σχηματίζονται ισόγειοι θολωτοί χώροι. Η πύλη «Ζεματίστρα» δίπλα στην ακρόπολη, ήταν η κύρια πύλη εισόδου, όπως υποδηλώνει και η ισχυρή κατασκευή της. Σήμερα παραμένει κλειστή. Ο προμαχώνας «Μακρυγιάννη» , ένας από τους τέσσερις κυκλικούς πύργους του τείχους, βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά του περιβόλου μεταξύ της σημερινής πύλης και της «Ζεματίστρας». Η λαϊκή παράδοση συνέδεσε το όνομα του με τη συμμετοχή του στρατηγού στα γεγονότα του 1825. Στη νοτιοδυτική πλευρά του περιβόλου («Μεγάλη βέργα») ένας δεύτερος κυκλικός πύργος σώζεται σήμερα μισοκατεστραμμένος μετά την ανατίναξη του το 1943 από έκρηξη πυρομαχικών. Το «κτίριο στρατώνων Μαιζώνος», που βρίσκεται δίπλα στη σημερινή πύλη εισόδου, χτίστηκε το 1828 από το Μαιζώνα. Το κτίριο αναστυλώθηκε στο διάστημα 1983-1986 και το ισόγειο διαμορφώθηκε κατάλληλα για να στεγάσει το Μουσείο της συλλογής Rene Puaux. Το Μουσείο περιλαμβάνει εκθέματα που ανήκουν στην προσωπική συλλογή του γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux (1878-1937), ο οποίος μετά το θάνατο του δώρισε τη συλλογή του στο ελληνικό κράτος με την προϋπόθεση να εκτεθεί σε μουσείο στην Πύλο, το πεδίο της ιστορικής ναυμαχίας του Ναβαρίνου. Τα εκθέματα του Μουσείου είναι χαρακτικά, λιθογραφίες και πορσελάνες με θέματα πρόσωπα και γεγονότα από την ελληνική επανάσταση καθώς και ορισμένα άλλα αντικείμενα (κυρίως όπλα) που δεν ανήκουν στη συλλογή αλλά συγγενεύουν θεματικά με αυτή. Μεταξύ των εκθεμάτων, που προβάλλονται ταξινομημένα σε ενιαίες θεματικές ενότητες, συγκαταλέγονται προσωπογραφίες ελλήνων ηρώων και ηρωίδων της επανάστασης, πορτραίτα φιλελλήνων αγωνιστών, σκηνές από γεγονότα της επανάστασης, όπως η ναυμαχία του Ναβαρίνου και η πολιορκία του Μεσολογγίου καθώς και τοπία και αρχαιότητες της Ελλάδας. Δορυφορικός Χάρτης του φρουρίου της Πύλου
|

















